Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Νέο cd με στοιχεία γερμανών φοροφυγάδων "αγόρασαν" οι γερμανικές αρχές



Πρόκειται για περίπου 40.000 δεδομένα που αφορούν, σύμφωνα με το περιοδικό Spiegel, 10.000 γερμανούς πελάτες ελβετικών τραπεζών. Η απόκτηση τους κόστισε 4,4 εκατομ. ευρώ.  Εκτιμάται ότι πρόκειται για το πιο επικερδές cd που έχουν αγοράσει ποτέ γερμανικές αρχές, καθώς υπάρχουν προσδοκίες ότι θα αντληθούν έσοδα ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ.
Το κρατίδιο της Rheinland-Pfalz (Ρηνανίας Παλατινάτου) αγόρασε για πρώτη φορά cd με στοιχεία γερμανών καταθετών φερόμενων ως φοροφυγάδων.
Στη βάση των νέων αυτών δεδομένων πραγματοποιήθηκαν χθες περισσότερες από 200 κατ΄ οίκον έρευνες σε όλη τη Γερμανία με τη συμμετοχή 400 και πλέον υπαλλήλων της δίωξης οικονομικού εγκλήματος. Όπως στη Nordrhein-Westfalen (Βόρεια Ρηνανία Βεστφαλία), έτσι και στη Ρηνανία Παλατινάτο εκτιμάται ότι μέσα στις επόμενες ημέρες αρκετοί φοροφυγάδες θα προχωρήσουν σε «αυτοκαταγγελία», καθώς έτσι και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορούν να αποφύγουν τη δίωξη.
Όπως ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών του κρατιδίου Κάρστεν Κιούλ, η αγορά του cd έγινε τον Φεβρουάριο ενώ είχε προηγηθεί μια δοκιμαστική ενδελεχής έρευνα 500 περίπου υποθέσεων για να εξακριβωθεί η αυθεντικότητά τους. Τα δεδομένα αυτά «είναι αυθεντικά και εξαιρετικής ποιότητας», δήλωσε ο υπουργός. Η ταυτότητα του ατόμου που πούλησε το cd στις αρχές της Ρηνανίας Παλατινάτου δεν έγινε γνωστή. Ο υπουργός του κρατιδίου πάντως δήλωσε έκπληκτος για το γεγονός ότι οι φοροφυγάδες συνεχίζουν την εγκληματική τους δράση, όπως είπε, κι αυτό τέσσερα χρόνια μετά την αγορά του πρώτου cd από το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας.

Γιατί δεν πέφτουν οι τιμές στην Ελλάδα;

Τους λόγους που δεν  πέφτουν οι τιμές των προϊόντων στην Ελλάδα σε συνάρτηση με τους μισθούς εντόπισε το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών.
Οι τιμές των προϊόντων στην Ελλάδα δεν έχουν μειωθεί τόσο όσο περίμενε η τρόικα κι όσο αντιστοίχως έχει μειωθεί το εισόδημα της μεγάλης πλειοψηφίας των καταναλωτών, επισημαίνει το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ) της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου. Όπως αναφέρει στη σχετική του μελέτη της ΙΝΕΜΥ το γεγονός αυτό οφείλεται:
Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ. Στην Ελλάδα αυξήθηκαν οι συντελεστές ΦΠΑ και διαμορφώθηκαν στο επίπεδο του 13% και 23%, αρκετά υψηλότερα από την Ισπανία (οι αντίστοιχοι είναι 8% και 18%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (5% και 20%).
Οι ενδοομιλικές συναλλαγές πολυεθνικών (transfer pricing), οι οποίες φουσκώνουν τις τιμές αλλά και το κόστος προκειμένου να αποφεύγουν τη φορολογία στην Ελλάδα. Οι εν Ελλάδι θυγατρικές εισάγουν προϊόντα με τεχνητά υψηλό κόστος, το οποίο μετακυλύεται μέσω των υψηλών τιμών, στους καταναλωτές.
Οι ρήτρες απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών, ο εξαναγκασμός δηλαδή των λιανέμπορων να μην αγοράζουν από θυγατρικές των προμηθευτών τους σε άλλες χώρες όπου ενδεχομένως πωλούν φθηνότερα σε σχέση με την ελληνική αγορά.
Οι στρεβλώσεις σε σχετικές με το εμπόριο αγορές όπως στις μεταφορές, εφοδιαστική αλυσίδα (logistics) κ.λπ., οι οποίες, εξαιτίας της ιδιομορφίας τους, εμποδίζουν τον ανταγωνισμό και συμβάλλουν στη διόγκωση των τελικών τιμών π.χ. απαγόρευση συνδυαστικών μεταφορών νωπών με άλλα προϊόντα.

Ευρωπαϊκή υποκρισία και αποδιοργάνωση του Κράτους Δικαίου

Του Ν. Κοτζιά
 
 
 
 Στην εποχή των μνημονίων και του μετασχηματισμού της ΕΕ σε Αυτοκρατορία, τα κράτη του νότου καταγράφουν απώλειες σε όλους τους τομείς που σφράγιζαν παλαιότερα το «Ειδικό Ευρωπαϊκό Μοντέλο». Στην αρχή της κρίσης υποχώρησε ατάκτως το Κοινωνικό Κράτος. Κοινωνικές κατακτήσεις ακόμα και αιώνων, διαγράφτηκαν με μια μονοκοντυλιά. Η Ευρώπη επέστρεφε σε καταστάσεις που παρέπεμπαν στον καπιταλισμό της πρωταρχικής συσσώρευσης. Η δημοκρατία στις εποπτευόμενες Αποικίες Χρέους του νότου υπέστη βαρύτατες ζημιές. Η συμμετοχή των πολιτών ανύπαρκτη. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε παρακάμερες των ισχυρών.
Στον περιορισμό της δημοκρατίας και την ουσιαστική αποδιοργάνωση του κοινωνικού κράτους προστίθεται, πλέον, η τάση αποδιοργάνωσης του κράτους δικαίου. Κράτος Δικαίου σημαίνει την υποχρέωσης του δημόσιου να λειτουργεί με κανόνες δικαίου και να σέβεται το ίδιο τον νόμο. Αυτό να το κάνει, με τρόπο που να πείθει τον πολίτη ότι ζει σε μια χώρα που ευνοεί την ύπαρξη και ισχύ κανόνων, την υλοποίηση των υποχρεώσεών όλων.
Η αποδιοργάνωση του κράτους δικαίου γίνεται με πολλούς τρόπους στην Ελλάδα, όπως είναι, με τη μη παραγωγή έγκαιρα δικαστικών αποφάσεων διότι οι δικαστές δεν στηρίζονται στο έργο τους, ενώ ποικιλότροπο καταβάλλεται προσπάθεια υποβάθμισης του λειτουργήματος τους. Συχνή είναι η μη εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων όταν οι πολιτικές και οικονομικές κυρίαρχες ομάδες έχουν άλλες απόψεις και συμφέροντα.

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Δραχμούλα ...

Γράφει ο Δευκαλίων
 
 
Πρωταπριλιά σήμερα, αλλά δυστυχώς τα όσα θα διαβάσατε παρακάτω δεν είναι πρωταπριλιάτικο ψέμα και αστείο. Βάσει των μνημονιακών υποχρεώσεων και νομοθεσίας καταργήθηκε το επίδομα γάμου για όσους έγγαμους εργαζόμενους αμείβονται βάσει της εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Ταυτόχρονα καταργείται το επίδομα γάμου και για τους έγγαμους εργαζόμενους που αμείβονται με κλαδικές συλλογικές συμβάσεις των οποίων η μετενέργεια έχει λήξει.
Μέχρις εδώ δεν υπάρχει τίποτε το καινούργιο και το αστείο. Αντίθετα θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένα ακόμα τραγικό αποτέλεσμα της μνημονιακής πολιτικής. Ένα τραγικό αποτέλεσμα που γίνεται ακόμα τραγικότερο αν λάβουμε υπ’ όψιν την μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ στην οποία αναφέρεται ότι οι αποδοχές των εργαζομένων έχουν μειωθεί την τελευταία τριετία κατά 30%-40%. Που βρίσκεται λοιπόν το αστείο;
Τα τελευταία τρία χρόνια ο Ελληνικός Λαός θυσιάζεται προκειμένου η Χώρα να παραμείνει στο ευρώ. Το δίλημμα πάντα το ίδιο και πάντα αφόρητα εκβιαστικό: «Πρέπει να κάνουμε θυσίες για να μείνουμε στο ευρώ»!
Κάναμε λοιπόν τεράστιες θυσίες και παραμείναμε μέχρι τώρα στο ευρώ. Σπουδαίο αποτέλεσμα για τις επόμενες γενιές, θα πουν οι εραστές του ευρώ.  Δεν θα συμφωνήσουμε μαζί τους για πληθώρα λόγων στους οποίους από σήμερα προστίθεται και το... παραπάνω συμπέρασμα. Οι αποδοχές στην Ελλάδα έχουν μειωθεί την τελευταία τριετία κατά 30%-40%. Δηλαδή και σύμφωνα πάντα με την ίδια μελέτη του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ έχουν πέσει σε επίπεδα δεκαετίας 1970.