Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Πρώτο πολιτικό πρόβλημα το φορολογικό

Του Σ. Καπάκου
 
 
 
Το φορολογικό σύστημα είναι ένα από τα καίρια πολιτικά ζητήματα της χώρας, ίσως το πιο καίριο. Είναι επομένως αναμενόμενο να γίνεται αντικείμενο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης. Από τα φορολογικά έσοδα εξαρτάται το ποσό που θα αναδιανεμηθεί υπέρ των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων, προκειμένου να πάρει σάρκα και οστά η αλληλεγγύη, που είναι θεμελιώδης πυλώνας του κοινωνικού κράτους.
Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι τα φορολογικά έσοδα της χώρας ήταν τα τελευταία δέκα χρόνια δύο με τρεις εκατοστιαίες μονάδες κάτω από τα μέσα φορολογικά έσοδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας δεν εισέπραξε την τελευταία δεκαετία πριν από το Μνημόνιο περίπου 80 δισ. ευρώ φόρους. Κι αυτό επειδή οι εισπρακτικοί, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και οι υπεύθυνοι της διακυβέρνησης της χώρας δεν κατάφεραν να πιάσουν τον μέσο όρο των εσόδων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ποσό αυτό καταδεικνύει ότι η Ελλάδα δεν θα αντιμετώπιζε πρόβλημα δημοσίου χρέους, ή θα ήταν πολύ πιο ήπιο το πρόβλημά της, αν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του υπουργείου Οικονομικών και η πολιτική ηγεσία του έκαναν καλά τη δουλειά τους. Αν οι γάτες έπιαναν τα ποντίκια, δεν θα χόρευαν τώρα τα τρωκτικά του χρέους πάνω από τις χαίνουσες πληγές της χώρας ούτε θα μπορούσαν, με όχημα το χρέος, να επιβάλλουν τις πολιτικές - σοκ σε βάρος των εργαζομένων.
Μια εξήγηση της μειωμένης είσπραξης των φόρων έχει να κάνει με πολιτικούς λόγους. Την ελλιπή λειτουργία των ίδιων των εισπρακτικών και ελεγκτικών μηχανισμών, με ευθύνη βεβαίως των πολιτικών τους προϊσταμένων. Αυτή η ερμηνεία έχει ασφαλώς ισχυρή βάση στην ελληνική περίπτωση.
Ένας δεύτερος λόγος της μειωμένης είσπραξης φόρων, πάντα τη δεκαετία πριν από την υπαγωγή της χώρας στο Μνημόνιο, ήταν η υψηλή παρουσία αυτοαπασχολουμένων στην οικονομική δραστηριότητα. Αντίθετα, στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου επί χρόνια κυριαρχεί η μισθωτή εργασία, οι φόροι δεν μπορούν να αποκρυβούν μέσω της μη επίσημης οικονομίας, της παραοικονομίας δηλαδή, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Αυτός ο λόγος εξηγεί επίσης την ελληνική περίπτωση των μειωμένων φορολογικών εσόδων και κυρίως την υψηλή παραοικονομία, με την έννοια ότι δεν εντάσσεται στην επίσημη οικονομία ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας, το οποίο εκτιμάται κοντά στο 20%-25% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, στον βαθμό που τα εισοδήματα από την παραοικονομία καταναλώνονται και δεν αποθησαυρίζονται, φορολογούνται κατά το μέρος των εμμέσων φόρων, που είναι υψηλοί στη χώρα μας και επιβαρύνουν κυρίως τα λαϊκά στρώματα. Αν μάλιστα εφαρμόζονταν πραγματικά τα τεκμήρια διαβίωσης για τις κοινωνικές ομάδες, κυρίως των αυτοαπασχολουμένων, που κατά τεκμήριο φοροδιέφευγαν, ένα μεγάλο μέρος της παραοικονομίας και της φοροαποφυγής θα είχε συλληφθεί. Ο λόγος που δεν εφαρμόστηκαν ήταν πάντα οι κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Αυτή είναι η ιδιόμορφη ελληνική μικροδιαπλοκή.
Ένας τρίτος λόγος που εξηγεί τα μειωμένα φορολογικά έσοδα ήταν η περιορισμένη φορολογία της περιουσίας, ακίνητης και μη, που αποτελεί ελληνική ιδιοτυπία για την οποία ενοχλείται ακόμη και η τρόικα.
Υπάρχει όμως και ένας τέταρτος λόγος όχι αξιολογικά τέταρτος, κάθε άλλο, που εξηγεί τη μειωμένη είσπραξη φορολογικών εσόδων. Είναι οι φοροαπαλλαγές των επιχειρήσεων, κυρίως των μεγάλων, καθώς και οι απαλλαγές ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων χωρίς να τίθενται σοβαρά εισοδηματικά κριτήρια.
Οι κυβερνήσεις του Μνημονίου τα τρία τελευταία χρόνια έχουν αυξήσει υπερβολικά την επιβάρυνση μισθωτών και συνταξιούχων, που αποτελούν τα μόνιμα υποζύγια του φορολογικού συστήματος. Μάλιστα η επιβάρυνσή τους είναι πολύ μεγάλη αν και οι αποδοχές τους μειώνονται δραματικά. Τα υποζύγια του φορολογικού συστήματος, μισθωτοί και συνταξιούχοι, επιβαρύνονται ακόμη περισσότερο εξαιτίας της αύξησης των εμμέσων φόρων, που θεωρούνται οι πιο ταξικοί, αφού πλήττουν τα λαϊκά στρώματα.
Το φορολογικό σύστημα πρέπει να αποτελεί μοχλό ανάπτυξης, αλλά και αναδιανομής, με την προοδευτικότητα που πρέπει να το διακρίνει. Ταυτοχρόνως πρέπει να είναι καθαρό ότι μπορεί να υπάρξουν ορισμένες ιστορικές στιγμές κατά τις οποίες τα πλουσιότερα κοινωνικά στρώματα οφείλουν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, προκειμένου να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή και η ανάπτυξη.
Ο Ρούσβελτ επέβαλε φόρους μέχρι 80% για τα πολύ υψηλά εισοδήματα προκειμένου να βγουν οι ΗΠΑ από τη μεγάλη κρίση του '30. Υψηλή φορολογία περιουσίας κατέβαλαν και οι Γερμανοί επί 25ετία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη ναζιστική λαίλαπα. Επομένως το θέμα δεν είναι αν πρέπει να επιβάλλεται σε ορισμένες κρίσιμες περιόδους υψηλή φορολογία, ιδιαίτερα στις μεγάλες επιχειρήσεις, τα υψηλά εισοδήματα και την ακίνητη περιουσία, αλλά αν τα έσοδα από αυτή κατευθύνονται σε αναπτυξιακούς σκοπούς, στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και του κοινωνικού κράτους ή όχι. Αυτό που γίνεται τώρα στην Ελλάδα είναι η αφαίμαξη πόρων από την οικονομία με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη βύθισή της στη δίνη της ύφεσης, επειδή μπαίνουν σε προτεραιότητα οι πιστωτές της χώρας. Έτσι όμως υποβαθμίζεται ο αναπτυξιακός προσανατολισμός και η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πάρει οικονομική ανάσα η χώρα, ώστε να μπορέσει στο μέλλον να εξοφλήσει τα χρέη της μετά από μια σημαντική απομείωσή τους. Αυτό όμως είναι και το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα της χώρας...
 
avgi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου