Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Ο γεροντάκος και οι χρήσιμοι ηλίθιοι

Του Ε. Τσακαλώτου*
 
 
Φανταστείτε ότι είστε σε κάποιο πολιτικό επιτελείο το 2010. Σας παρουσιάζουν ένα σχέδιο διάσωσης της χώρας μέσω εξορθολογισμού των δημοσίων οικονομικών. Με τις κατάλληλες περικοπές και αυξήσεις φόρων, μετά από τρία χρόνια θα μειωθεί το ΑΕΠ κατά 22-24%, η ανεργία θα φθάσει στο 27%, αλλά, και εδώ είναι τα καλά νέα, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Κάποιο γεροντάκι που κάθεται σε μια γωνία, που έχει να διαβάσει οικονομικά από το 1980 και έχει μείνει στα παλιά, βήχει ευγενικά και ζητάει τον λόγο για μια στιγμή. Με σεβασμό στην ηλικία του, οι νέοι οικονομολόγοι - σύμβουλοι του επιτελείου, που έχουν διαβάσει όλες τις πρόσφατες μελέτες και τα μοντέλα της ορθόδοξης οικονομικής σκέψης, τον ακούν υπομονετικά: "Εγώ λέω να πάρουμε τα μισά μέτρα. Από τους πρόχειρους υπολογισμούς μου αυτό, σε σχέση με τα σχέδιά σας, θα οδηγήσει σε 14% μικρότερη ύφεση, 300.000 περισσότερες θέσεις εργασίας και πολύ μικρό δημοσιονομικό κόστος. Υπολογίζω, δηλαδή, ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα είναι μόνο 1,2% μεγαλύτερο από ό,τι εσείς σχεδιάζετε".
Τώρα βέβαια μπορεί να είχατε και εσείς κολλήσει τον ιό της ορθόδοξης οικονομικής σκέψης και να περιφρονούσατε τον γεροντάκο. Αλλά υπάρχει άνθρωπος που να πίστευε στο εναλλακτικό σενάριο και να μην το υιοθετούσε; Υπάρχει τώρα κάποιος ή κάποια που να πιστεύει ότι χαλάλι οι 300.000 παραπάνω άνεργοι, αφού καταφέραμε μια ποσοστιαία μονάδα μεγαλύτερης μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος; Δεν νομίζω.
Όπως θα καταλάβατε ήδη, τα παραπάνω δεν αποτελούν φαντασιώσεις από τη μεριά μου. Το τελευταίο δελτίο του Oxford Economics (Economic Outlook, vol. 37, issue 1) παρουσιάζει ακριβώς αυτή την πρόβλεψη για το τι θα είχε ακολουθήσει αν χώρες σαν την Ελλάδα και την Ισπανία είχαν προχωρήσει με ένα πρόγραμμα που μείωνε τη βαρβαρότητά κατά το ήμισυ.
 
Γιατί τόσο μεγάλο λάθος για το μέγεθος της ύφεσης που προκάλεσαν τα μέτρα;
Πρώτον, καθώς περνούσε ο καιρός όλο και περισσότερες χώρες υιοθετούσαν αντίστοιχες πολιτικές λιτότητας. Με αυτό τον τρόπο η ύφεση σε μια χώρα χειροτερεύει, γιατί η εγχώρια μείωση της ζήτησης δεν μπορεί εύκολα να ανακουφιστεί από μια αύξηση των εξαγωγών μια και δεν υπάρχει ζήτηση στις άλλες χώρες.
Δεύτερον, όλο και περισσότερες χώρες προσπαθούσαν να επανακτήσουν την ανταγωνιστικότητά τους με μειώσεις μισθών. Άρα μια χώρα σαν την Ελλάδα δεν κέρδιζε και πολλά πράγματα, σε όρους ανταγωνιστικότητας, σε σχέση με άλλες χώρες, όπως Ισπανία και Πορτογαλία.
Τρίτον, στις χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης, οι νομισματικές συνθήκες ήταν περιοριστικές εν μέρει λόγω της επιφυλακτικότητας της ΕΚΤ να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική σε σχέση με άλλες κεντρικές τράπεζες. Το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ είναι ακόμα πιο υψηλό από αυτό των άλλων μεγάλων κεντρικών τραπεζών. Εν μέρει όμως, επειδή ακόμα και το σχετικά χαμηλότερο επιτόκιο της ΕΚΤ, σε σχέση με το παρελθόν, δεν μεταδίδεται στην περιφέρεια. Το επιτόκιο της ΕΚΤ δεν παίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο σε αυτές τις χώρες όπου οι τράπεζες έχουν μεγάλο πρόβλημα ρευστότητας. Το πρόβλημα είναι ότι η ΕΚΤ παρέχει ρευστότητα με μεγάλη δυστοκία. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τράπεζες με το ζόρι είναι σε θέση να χρηματοδοτούν τα υπάρχοντα δάνεια. Έχουν μπει σε μια διαδικασία απομόχλευσης, με αποτέλεσμα ο αριθμός των νέων δανείων για την πραγματική οικονομία να είναι πολύ μικρός.
Τέταρτον, σε πολλές άλλες χώρες η ύφεση πήρε μεγάλες διαστάσεις γιατί ο ιδιωτικός τομέας (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) ήταν υπερχρεωμένος και έπρεπε να μειώσει τα χρέη του. Οπότε την ίδια στιγμή που οι κυβερνήσεις μείωναν τη ζήτηση, με περικοπές ή αυξήσεις φόρων, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά δεν μπορούσαν να την αντισταθμίσουν με αύξηση της ζήτησης από τη μεριά τους. Η Ελλάδα εδώ αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, στην αρχή της κρίσης τουλάχιστον, δεν ήταν ιδιαίτερα υπερχρεωμένα, αλλά αναγκάστηκαν να μειώσουν το χρέος τους, αφού δεν μπορούσαν να ανανεώσουν τα παλιά δάνεια ή να έχουν πρόσβαση σε νέα.
Όλα αυτά θα μπορούσε να τα σκεφτεί πριν από την υιοθέτηση του ελληνικού προγράμματος οποιοσδήποτε οικονομολόγος που είχε σπουδάσει πριν την εποχή της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού. Όταν με ρωτάνε "μα δεν το ξέρανε αυτοί της τρόικας και οι δικοί μας τι κάνανε;", νομίζω ότι η απάντηση πρέπει να είναι συνθέτη. Γνώριζαν μεν ότι θα δημιουργηθεί ύφεση, αλλά επίσης ότι θα μπορέσουν να περάσουν πολλά μέτρα που τα επιδίωκαν εδώ και χρόνια. Η μείωση των μισθών και η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους αποτέλεσαν τον στόχο του προγράμματος και όχι μια παράπλευρη απώλεια. Αλλά επίσης νομίζω ότι υποτίμησαν το μέγεθος της ύφεσης που θα προκαλούσαν τα μέτρα.
Αυτό στο πολιτικό επίπεδο. Αλλά κάθε σύστημα εξουσίας πρέπει να βασιστεί και σε ανθρώπους που πραγματικά πιστεύουν τη ρητορεία και την ιδεολογία αυτού του συστήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, για να είναι πειστικό το όλο εγχείρημα, κάποιος πρέπει να πιστεύει πραγματικά ότι αυτό που επιχειρήθηκε ήταν για το καλό της χώρας, για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Με λίγα λόγια, κάθε σύστημα εξουσίας χρειάζεται και χρήσιμους ηλίθιους. Οι οικονομολόγοι της κυρίαρχης σκέψης έπαιξαν αυτό τον ρόλο με επάρκεια και προθυμία.
 * Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ / avgi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου